βαριετέ

βαριετέ
το άκλ. варьете

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βαριετέ" в других словарях:

  • βαριετέ — το (λ. γαλλ.), θέατρο, θίασος με ποικιλία, δηλ. χορούς, τραγούδια, ακροβατικά νούμερα, ταχυδακτυλουργίες: Τα παιδιά τρελαίνονται για βαριετέ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαριετέ — Ελαφρύ θεατρικό είδος, χωρίς ενιαία υπόθεση, με επικρατέστερο τον μουσικό χαρακτήρα. Ο όρος σημαίνει και το θέατρο όπου παρουσιάζεται το β. Ως θέαμα μπορεί να αναχθεί στις μεσαιωνικές παραστάσεις των γελωτοποιών. Στοιχεία του β. υπάρχουν και στο… …   Dictionary of Greek

  • Ντιπόν, Έβαλντ Αντρέας — (Ewald AndreDupont, Τσάιτς 1891 – Χόλιγουντ 1956). Γερμανός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Αφού σκηνοθέτησε αρκετές ταινίες χωρίς μεγάλη σημασία, απέκτησε ξαφνικά διεθνή φήμη με το Βαριετέ (1925), σκοτεινό δράμα ζήλειας και απωθημένων ενστίκτων… …   Dictionary of Greek

  • κωμικός — Ηθοποιός που ερμηνεύει κωμικούς ρόλους. Ενώ η τέχνη της πρόκλησης του γέλιου στο κοινό έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, ο γνήσιος τύπος του κ., ολοκληρωμένος και με σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα, συναντάται μόνο στον πιο ταιριαστό σε αυτόν… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θέατρο — ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Ένας λαός που έχει έξι πτώσεις και κλίνει τα ρήματά του με χίλιους τρόπους, έχει μια πλήρη, συλλογική και υπερχειλίζουσα ψυχή. Αυτός ο λαός, που δημιούργησε μια τέτοια γλώσσα, χάρισε τον πλούτο της ψυχής του σε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • Ρεμί — (Raimu, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Jules Muraire, Τουλόν 1883 – Παρίσι 1946). Γάλλος ηθοποιός του βαριετέ, του θεάτρου και του κινηματογράφου. Αφού έγινε δημοφιλέστατος ως ηθοποιός του βαριετέ, παρουσιάστηκε με επιτυχία και στο θέατρο πρόζας,… …   Dictionary of Greek

  • εγγαστρίμυθος — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται τα άτομα που κατορθώνουν να μιλούν χωρίς να κινούν τα χείλη, ώστε να προκαλούν την εντύπωση ότι η φωνή τους δεν προέρχεται από το στόμα αλλά από την κοιλιά (απ’ που προήλθε και η ονομασία ε.) ή, σε νεότερες… …   Dictionary of Greek

  • εξπρεσιονισμός — Καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα. Εκδηλώθηκε στη Γερμανία από το 1910 έως το 1925 και αντιπροσωπεύει τη γερμανική παραλλαγή της μεγάλης ευρωπαϊκής επανάστασης της πρωτοπορίας. Τον όρο ε. χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1901 στη Γαλλία ο ζωγράφος… …   Dictionary of Greek

  • επιθεώρηση — Τύπος θεατρικού έργου με τη συνύπαρξη μουσικής, χορού και πεζού λόγου, που χαρακτηρίζεται από γοργή διαδοχή εικόνων, οι οποίες ξεκινούν από μια κεντρική ιδέα που συνδέει τη μία με την άλλη και από ένα κείμενο με επίκαιρο χαρακτήρα, με… …   Dictionary of Greek

  • κονφερανσιέ — ο άτομο που συνδέει με την ομιλία του τις διάφορες σκηνές τών θεατρικών έργων ή παρουσιάζει τα διάφορα νούμερα τών θεατρικών επιθεωρήσεων ή ψυχαγωγεί τους θεατές, ιδιαίτερα κατά τα διαλείμματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. conferencier «ομιλητής… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»